Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Η Λιάνα Κανέλλη περί του Αβάτου του Αγίου Όρους


Το Άγιον Όρος, εγώ είχα την τύχη την αγαθή να το πρωταντικρίσω πετώντας μ’ ένα «Μιράζ 2000» πάνω απ’ τον Άθω πέρυσι τέτοιες μέρες. Ήταν το δώρο των φρουρών του Αιγαίου, όπως έκτοτε απο καλώ τους πιλότους της πολεμικής μας αεροπορίας, για τη γιορτή των αρχαγγέλων, τη δική τους, προς μία δημοσιογράφο που επιμένει να μετράει τις αναχαιτίσεις των απέναντι κι όχι τις παραβιάσεις τους…

Λέγω «τύχη αγαθή» κι ας με πουν μελοδραματική, όσοι δεν ένιωσαν το προνόμιο να αεροζυγιάζονται με τα σύννεφα. Να περιδιάβαιναν τις κατοικίες των αγγέλων. Να βλέπουν μ’ όλα τα κύτταρα του φθαρτού σώματος τους, την προσευχή ως αύρα χαρμολύπης να εγκολπώνεται σκήτες και μοναστήρια, τις κατοικίες των ερα στών μιας ταπεινότητας, που αντέχει χίλια χρόνια τώρα να υπερασπίζεται με πίστη κι αγάπη τους πολλούς και άπιστους.

Όταν διάβασα στις εφημερίδες πως δύο κοινοτικές κυρίες αξιωματούχοι βγήκαν να μας επιτιμήσουν που επιμένουμε στο Άβατον του «Περιβολιού της Παναγιάς» μας, ανάμεσα σε κάτι φληναφήματα περί ισότητας των δύο φύλων, διακρίσεις κι άλλα τέτοια εκ του πονηρού, όταν τα έργα απάδουν των μεγαλοστομιών, στην αρχή γέλασα. Ύστερα δημοσιογραφικώς πονηρεύτηκα, ανησύχησα, για να οργιστώ εν τέλει από το ενδεχόμενο να πρέπει να είμαι συνεχώς σε …αγιορείτικη επιφυλακή.

Ήθελα να τις έχω μπροστά μου με ελληνικό κρασί και ψωμοτύρι, σε άγιες νύχτες ανοιξιάτικες, να μυρίζει αγιόκλημα και θυμάρι, να σκάνε μέσα στα ρούχα του ορθολογισμού τους και να τους μιλάω ώρες για τον έρωτα της ελευθερίας. Να προσπαθώ να τους πω πως για μας εδώ, τους εναπομείναντες και τις εναπομείνασες, ρωμιούς και ρωμιές, ο έρωτας είναι που έφερε το Άβατον του Ορους. Και πως στην κλίμακα των δικών μας αξιών, όπου θα βρεις κομμουνιστή να κάνει το σταυρό του και παπά με το ντουφέκι να υπερασπίζεται τα ντουβάρια του και ελεύθερους πολιορκημένους και γυναίκες να χορεύουν κατά γκρεμού και μιαν Ανάσταση ακατανόητη, αφού πεθαίνεις με την πίστη πως ο θάνατος με θάνατο νικιέται.

Πώς να τους πω όμως, πως εμείς μαθημένοι να πληρώνουμε περατατζίδικα στο Χάρο, με τραγούδια σαν το «έβαλε ο θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά κι ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια ντουφέκια», έχουμε μια Παναγιά που δεν είναι σαν τη Μαντόνα τους και κηδεύει το παιδί της με «Ω γλυκύ μου έαρ γλυκύτατον μου τέκνον πού έδυ σου το κάλλος…». Τι να τους πω; Πως το Άβατον το σεβάστηκαν επί τετρακόσια χρόνια οι μουσουλμάνοι κατακτητές μας; Πως, όποτε κατατρεγμένος, διωγμένος λαός, γυναικόπαιδα, έτρεξαν να κρυφτούν στο Άγιον Όρος, το Άβατον ήρθη, όπως με την Αγάπη και για την Αγάπη αίρεται ως και η ελευθερία;

Θα με κοίταζαν ωσάν κάτοικο άλλου πλανήτη αν τους έλεγα πως, όποιος προσπαθήσει να παραβιάσει το Άβατον θα βρει σ’ αυτό το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής ως άπαρτο ανάχωμα, πρώτες και καλύτερες τις γυναίκες αυτού του τόπου που δεν μετράνε την «ελευθερία» και τα «δικαιώματα τους» με το μέτρο που κονταίνει την πίστη των ανδρών τους. Πως δεν συλλογίζονται με το μέτρο των δήθεν δημοκρατών που καμώνονται τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποδέχονται την αποικιοκρατική πολιτική, τα στρατηγικά συμφέροντα με χώρες βαφτισμένες «χώρες του τρίτου κόσμου» και το εμπάργκο στα παιδάκια του Ιράκ, ως το απαραίτητο μέτρο συνετισμού της ηγεσίας τους.

Ποιος θα τολμήσει και κυρίως ποια γυναίκα πολιτικός να αντιπαρατεθεί σε μια στάση ζωής ελληνίδας γυναίκας που ακόμη κι όταν πονάει και δεν καταλαβαίνει γιατί ο γιος της αφιερώνεται στο Χριστό και χάνεται στο «Περιβόλι της Παναγιάς» το μόνο που δε σκέφτεται είναι να αντιπαρατεθεί στη βούληση του Άλλου, πατώντας εκεί όπου η ίδια δοξάζεται ως γυναίκα όσο πουθενά αλλού. Είναι παράλογο, λοιπόν, το Άβατον; Πόσο; Ίσως όχι τόσο για μας όσο το… πολιτισμένο γεγονός να υπάρχουν κέντρα δια­σκέδασης στη Δύση όπου οι πορτιέρηδες αποφασίζουν ποιος μπαίνει μέσα και ποιος όχι, με μόνο κριτήριο την όψη, τα ρούχα και τον…αέρα κοσμικότητας που αποπνέουν. Πώς να το καταλάβει το Αβατον αυτή η Δύση; Που ό,τι δεν κατανοεί, όπου αδυνατεί να αισθανθεί τον όποιο Άλλο με συγκατάβαση, οταν δεν μπορεί να ηθικολογήσει κατά τα καλά και συμφέροντα της, επεμβαίνει, κατακτά, καταπιέζει, βιαίως «εκπολιτίζει», πλούσια σε προσχήματα και λογικοφανή τεχνάσματα, χρήματα και όπλα, βέτο σε διεθνείς οργανισμούς κι άλλα πολλά παρόμοια.

Όσο η Κύπρος θα χωρίζεται από μια γραμμή αίματος βαφτισμένη πράσινη για τις δυτικές συμμαχικές ανάγκες. Όσο οι πλούσιοι δυτικοευρωπαίοι θα αναζητούν σεξουαλικό τουρισμό ανήλικων στη Άπω Ανατολή ως …διάλειμμα στις μπίζνες. Όσο ένα κεφάλι κυανοκράνου θα βαραίνει όσο μια χιλιάδα ανώνυμοι νεκροί σε μαύρη, άσπρη, κίτρινη, χώρα επιρροής τους, αυτοί οι υπερασπιστές δήθεν, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισό­τητας δήθεν των φύλων, ούτε να μιλούν επιτρέπεται για το Αβατον του Άθω. Νισάφι πια! Εκτός κι αν αληθεύουν οι πληροφορίες πως τάχαμου η Ουνέσκο για να πατήσει πόδι εκεί όπου της λένε πως υπάρχουν θησαυροί, με σταυροψυχάρεια τερτίπια και κατάλληλη διπλωματική εκμετάλλευση της βαλκανικής πολυεθνικότητας των μονών, μηχανεύεται να θέσει υπό την προστασία της το Άγιον Όρος. Στον τόπο μας κάποιος πρέπει να τους πει όλων αυτών των προστατών πως την προστασία αυτήν εμείς, άνδρες και γυναίκες, τη λέμε νταβατζιλίκι, την απεχθανόμαστε και την πατρίδα ακόμη και με Εφιάλτες δικούς μας, δεν την βγάζουμε στο κλαρί. Τη δε πίστη μας που δεν ξέπεσε ποτέ στην κοσμικότητα των συγχωροχαρτιών, την υπερασπιζόμαστε με αίμα.

Άλλωστε, πως να κατανοήσουν όλοι αυτοί οι προστάτες και οι προστάτιδες δυνάμεις πως εμείς την Παναγία την έχουμε Αρχιστράτηγο, Υπέρμαχο και τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια και την έργω αγάπη μας καταθέτουμε πανηγυρικώς, ψάλλοντας Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.


Σ’ αυτήν την Ορθόδοξη «πόρτα» του Ουρανού, οι δικοί μας άντρες μάς αφήνουν εμάς τις αγαπημένες τους κέρβερους. Και βρυχώμεθα κάθε που κάποιος ή κάποια βαφτίζει «πολιτική», το ανίερο δικαίωμα να παρεμβαίνει στην ιερότητα της προσευχής που δεν καταλαβαίνει. Αν δε, προσπαθήσει να την …εφαρμόσει κιόλας, δαγκώνουμε.

Λιάνα Κανέλλη, Από το περιοδικό Άρδην τεύχος 11, 1997

Πηγή: http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2010/04/611112.html

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

το κάλλος του Νυμφίου


Είναι απαραίτητο να πάψει να διχάζεται η επιθυμία, να παραιτηθεί (κανείς) από τα φθαρτά, να πληγωθεί από το κάλλος του Νυμφίου. Αυτή η συγκέντρωσι στο Έν, η ολόκληρη παράδοσι στον Χριστό, που κρατά ακέραιο τον δυναμισμό της ύπαρξης για την θεία αγάπη, οφείλει να είναι αδιάλειπτη, για να έχει τέρμα της την θέα του Αγαπωμένου.

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος

Η Ηχώ


Σε αδελφή που παραπονέθηκε ότι κάποια άλλη την αντιπαθεί:

- Καλά, ας υποθέσουμε πως έχεις δίκιο. Αλλά βγες στο δάσος και φώναξε: «Αγαπημένη μου αδελφή…!». Η ηχώ θα σου απαντήσει το ίδιο. Ύστερα ξαναφώναξε: «Τρελλή! Τιποτένια!....» Τις ίδιες λέξεις θα σου απαντήσει και η ηχώ.Πίστεψέ με, στην σχέσι δύο ψυχών, συμβαίνει ό,τι και με την ηχώ. Κοίταξε λοιπόν πρώτα μέσα στην καρδιά σου. Θα διαπιστώσεις ότι είναι πράγματι αρνητικά προκατειλημμένη απέναντι στην αδελφή. Επομένως, πρώτα-πρώτα γέμισε την δική σου καρδιά με ειρήνη και αγάπη γι’ αυτήν. Και να είσαι βέβαιη πως θα σου ανταποδώσει τα ίδια αισθήματα. Δεν έχεις αγάπη; Κάνε τουλάχιστον εξωτερικά έργα αγάπης. Έμαθες ότι χρειάζεται κάτι; Πρόσφερέ της το. Διαφωνήσατε σ’ ένα ζήτημα; Υποχώρησε. Σε μάλωσε; Καταδίκασε τον εαυτό σου και ζήτησέ της συγγνώμη. Μα πάνω απ’ όλα να προσεύχεσαι αδιάλειπτα γι’ αυτήν λέγοντας: «Σώσε την Κύριε, και με τις άγιες προσευχές της ελέησε κι εμένα!». Τότε οπωσδήποτε ο Θεός θα αλλοιώσει την καρδιά σου. Αλλά κι αν εκείνη, μετά απ’ όλ’ αυτά, δεν ειρηνεύση μαζί σου, εσύ πάντως θα έχεις την συνείδησί σου αναπαυμένη.


Γέροντας Ζωσιμάς της Σιβηρίας


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

στιχάκια...



Όταν κυττάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά...

Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι.

Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια.

Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις.