Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Αγάπησε ψυχή μου την ευλογημένη πείνα, την ευλογημένη νύστα, την ευλογημένη δίψα, την ευλογημένη κούρασι, την ευλογημένη βία στον εαυτό σου. Αγάπησε τα πονεμένα χέρια και πόδια και αγάπησε την ευλογημένη εξάντλησι. Τα μάτια που καίνε από την αϋπνία, τα βλέφαρα που βαραίνουν, το σώμα που κρυώνει από την πείνα και την αγρύπνια. Αγάπησε το ευλογημένο "όχι" στα θελήματά σου, κι όλα αυτά τα όχι, οι ακλινείς αρνήσεις σου, υπόμεινε καρτερικά, μέχρι να μεταμορφωθούν σε μια τεράστια και ανεπιφύλαχτη κατάφασι, αυτά τα όχι είναι φτιαριές που ανοίγουν δρόμο στο χιόνι, είναι εκσκαφείς της χερσωθείσας σου καρδιάς, άνοιγε με τα όχι σου ψυχή μου δρόμο, γενναία, σιωπηλά, εδραία, ανυποχώρητα, φώναζε τα όχι σου στα μούτρα των προτεινόμενων ψευτοπαραδείσων που σου κουνάει κάτω απ'τη μύτη ο φονιάς σου. Γίνου αγρίμι, γίνου ξένη, γίνου ο ερημίτης ο γυμνός και ανυπόδητος και αόρατος και ξένος, που κάθεται μέσα στις οπές της γης και γυρίζει σαν το κατσίκι στους βράχους και από την ξενιτεία οι τρόποι του έγιναν τραχείς σαν του θηρίου και τα μάτια του αθώα και καθαρά σαν του παιδιού και το βλέμμα του που χαμηλώνει πάνω στα λιθάρια και τα χόρτα βλέπει την Οικουμένη και αγαπάει την, "ως εαυτόν". Γίνου λιοντάρι που βρυχάται και πάλεψε να σπάσεις τα δεσμά σου, μη συμβιβασθής, μη βαρεθείς να πολεμάς, μη κουρασθής, μη αποκάμης. Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ' ημών τον ζυγόν αυτών.