Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011


Βελονιά και Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.


Τούλια και κορδέλες και πολύχρωμες χάντρες, ένας κήπος με ψηλά δέντρα και λουλούδια και γρασίδι, στιγμές ασπρόμαυρες να χορεύουν στον φθινοπωρινό αέρα κρεμασμένες από άσπρες κορδέλες, μια νύφη κοριτσάκι που έκανε τον γάμο της παιδικό πάρτυ με μπαλόνια και χωνάκια παγωτό, που χόρευε όπως στο σχολείο πιασμένη κύκλο με τα παρανυφάκια, κι έτρεχε όλη την νύχτα μέσα στον κήπο από τη μία αγκαλιά στην άλλη μπουρδουκλωμένη μέσα στα τούλια και τα πέπλα της που δεν ήθελε να τα βγάλει από πάνω της. Μ’ ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο, μέσα στο άσπρο της φουστάνι ξεκίνησε αρματωμένη με υπερβολή χαράς μια ζωή που δεν υποψιάζεται ούτε γνωρίζει.

Μάζεψα ό,τι μπορούσα από την αφελή της χάρι, τόση αθώα παιδικότητα που κατάπιε κι εξαφάνισε την γυναικεία ματαιοδοξία κι αυταρέσκεια, φύλαξα ό,τι μπορούσα από την ανάσα εκείνης της βραδυάς, από την αίσθησί της, έκανα δικό μου ό,τι μπορούσα από την τόση εμπιστοσύνη, την ανεπιφύλακτη και παιδική χαρά της.



Κάνε με έτσι να ‘ρχομαι σε Σένα, με τέτοιο παιδικό ενθουσιασμό, αυτήν την απέραντη χαρά που νοσταλγώ, της εμπιστοσύνης κι επαφέσεως, σαν το παιδί που τρέχει μέσα στον ανίσκιωτό Σου κήπο, μέσα στη αυλή της αενάου Σου παρουσίας, τυλιγμένο τα πέπλα και τα τούλια της δροσερής Σου Χάριτος, και να μη γνωρίζω να φοβάμαι, ούτε να θέλω, ούτε να φεύγω, ούτε να Σου λέω Όχι, ούτε ν’ ανησυχώ, ούτε να μεριμνώ. Γένοιτο.